Κριτήρια καταχρηστικότητας γενικών όρων συναλλαγών

Εκτύπωση άρθρου Εκτύπωση άρθρου 11 Φεβ , 2013   // Δημοσιεύθηκε στην   Ενημέρωση   

sinallagiΗ ανάγκη προστασίας του μέσου καταναλωτή από τις έννομες συνέπειες που απορρέουν εκ της συμμετοχής του σε συμβάσεις με διαπραγματευτικά ισχυρότερους αντισυμβαλλομένους, στα πλαίσια των οποίων αναλαμβάνει υπέρμετρες αναλογικά υποχρεώσεις, είτε λόγω ελλιπούς γνώσης και επισφαλούς πληροφόρησης είτε λόγω της φύσης της σύμβασης, έχει αποτελέσει πεδίο όχι μόνο διακριτού νομοθετικού προβληματισμού αλλά και έντονης νομολογιακής απασχόλησης, ειδικά κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, όπου οι καταναλωτές φαίνεται να «ξυπνούν», είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, αναζητώντας την αποκατάσταση της συμβατικής ισορροπίας, έστω και υπό την επίκληση της δικαστικής συνδρομής.

Συγκεκριμένα, σε νομοθετικό επίπεδο, το άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχείο β του νόμου 2741/1999, ορίζει ρητώς, ότι οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Διακριτό πεδίο αξιολόγησης τέτοιου είδους περιπτώσεων αποτελούν οι λεγόμενες συμβάσεις προσχώρησης, δηλαδή οι συμβατικές συμφωνίες στις οποίες ο καταναλωτής αποδέχεται κατά κανόνα προδιατυπωμένους όρους, όπως συμβαίνει στις τραπεζικές συμβάσεις και στα ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια που παρέχουν κάλυψη κατά κινδύνων ζωής ή ατυχήματος.

Στα πλαίσια αυτά, ο τυχόν καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου που ενσωματώνεται σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθεί υπόψη ένα σύνολο από κριτήρια, όπως η φύση των αγαθών ή των παρεχόμενων υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες που περιέχονται σε αυτήν ή και σε άλλη σύμβαση με την οποία τελεί σε σχέση εξάρτησης.

Ειδικότερα, ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994, αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές», στο άρθρο 3 παρ. 1 της οποίας ορίζεται, ότι ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, που απορρέουν από τη σύμβαση.

Πέραν όμως από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την κρίση περί καταχρηστικότητας των Γ.Ο.Σ., που δεν θα πρέπει να διαφεύγει ότι επιτάσσει το ουσιώδες ή σημαντικό της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου απαριθμούνται ενδεικτικώς τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς να ερευνάται ως προς αυτούς η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού θεωρείται κατά αμάχητο τεκμήριο ότι ενέχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ., αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, για την κρίση της ακυρότητας ή μη των όρων αυτών ως καταχρηστικών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε όμως στα πλαίσια της επίτευξης της σχετικής ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.

Ωστόσο, τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να οδηγήσει στον χαρακτηρισμό ενός Γ.Ο.Σ. ως άκυρου και καταχρηστικού, θα πρέπει να είναι ουσιώδη. Στα πλαίσια αυτά και η συντελεσθείσα διατάραξη απαιτείται να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση και εξετάζεται ποιό είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιό εκείνο του καταναλωτή για την κατάργησή του.

Περαιτέρω οι Γ.Ο.Σ. θα πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό, σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων τα κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης.

Στα πλαίσια αυτά, ο γενικός όρος δεν κρίνεται καταχρηστικός, εφόσον με την εφαρμογή του δεν επέρχεται σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή, ούτε περιορίζεται υπέρμετρα ή αποκλείεται η ευθύνη του αντισυμβαλλόμενού του, ούτε παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας.

Παράλληλα, όμως, συνεκτιμάται και το τυχόν «οικείο πταίσμα» του καταναλωτή. Η διατύπωση δηλαδή ενός τέτοιου όρου δεν θεωρείται αόριστη ή ασαφής, αν ο καταναλωτής δεν επέδειξε κατά την ανάγνωσή του την προσήκουσα προσοχή και επιμέλεια. Αυτό δηλαδή που εν τέλει αξιολογείται είναι αν ο διαθέτων μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του βούλησης και απόφασης, καταναλωτής, δεν στερήθηκε αντικειμενικά της δυνατότητας να γνωρίζει από τη χρονική στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης τα δικαιώματά του και τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει στην πραγματική τους έκταση. Υπό το πρίσμα αυτό, ο καταναλωτής οφείλει να εξαντλεί τα όρια της προσωπικής του ευθύνης και να μην εναποθέτει δίχως άλλο την τύχη της πορείας των υποθέσεών του στην εμπιστοσύνη του προς τον αντισυμβαλλόμενό του.