Πως προσδιορίζεται η νόμιμη αμοιβή συμβολαιογράφων

Εκτύπωση άρθρου Εκτύπωση άρθρου 11 Φεβ , 2013   // Δημοσιεύθηκε στην   Ενημέρωση   

simbolaioΜε την ισχύ της Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με αριθμό 111376/31-12-2011 (ΦΕΚ 13/11-1-2012, τεύχος Β΄) επανακαθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων μόνο όσον αφορά στις δικαιοπραξίες, το αντικείμενο των οποίων αποτιμάται σε χρήμα.

Ειδικότερα :
Με το άρθρο 1 της Κ.Υ.Α. ορίζεται ότι για την κατάρτιση πράξεων, το αντικείμενο των οποίων αποτιμάται σε χρήμα, ο συμβολαιογράφος εισπράττει:

α) πάγια αμοιβή είκοσι (20) ευρώ
β) αναλογική αμοιβή, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα κλιμάκια
γ) αμοιβή για κάθε επιπλέον (πέραν του πρώτου ) φύλλο.
Η οριζόμενη στο ποσό των πέντε (5) ευρώ αμοιβή, για κάθε επιπλέον (πέραν του πρώτου) φύλλο εισπράττεται αποκλειστικά και μόνο για τα φύλλα των πράξεων, που αμείβονται με αναλογικό δικαίωμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 της ως άνω ΚΥΑ.
και δ) αμοιβή για κάθε φύλλο των αντιγράφων των πράξεων αυτών,
Η οριζόμενη στο ποσό των τεσσάρων (4) ευρώ αμοιβή για κάθε φύλλο αντιγράφου, αφορά αποκλειστικά και μόνο στα αντίγραφα, τα οποία θα εκδοθούν με την κατάρτιση της πράξεως και αναγράφονται επί του πρωτοτύπου συμβολαίου, μαζί με τα λοιπά δικαιώματα (πάγια και αναλογικά).
Για τα αντίγραφα, τα οποία τυχόν θα εκδοθούν σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης του συμβολαίου, το δικαίωμα εξακολουθεί να είναι πέντε (5) ευρώ ανά φύλλο.

Με το άρθρο 2 της Κ.Υ.Α. : Α) ορίζονται ρητά δύο κατηγορίες δικαιοπραξιών, δηλαδή η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και η σύνταξη καταστατικού Α.Ε., για τις οποίες, κατ’ εξαίρεση, το αναλογικό δικαίωμα του συμβολαιογράφου δεν υπολογίζεται σύμφωνα με τα κλιμάκια του άρθρου 1, αλλά προσδιορίζεται συγκεκριμένα ως προς το ελάχιστο και το μέγιστο αυτού.
Για τις πράξεις αυτές ο συμβολαιογράφος, πέραν του αναλογικού δικαιώματος, όπως αυτό ορίζεται κατ’ ανώτατο ποσό με την ΚΥΑ (120 ευρώ για έκθεση πλειστηριασμού και 480 ευρώ για σύνταξη καταστατικού Α.Ε.) εισπράττει επιπλέον : α) πάγια αμοιβή ευρώ 20, β) αμοιβή για κάθε επιπλέον (πέραν του πρώτου ) φύλλο ευρώ έξι (6) και γ) αμοιβή για κάθε φύλλο των αντιγράφων των πράξεων αυτών ευρώ πέντε (5).
Στην Κ.Υ.Α. 100692/2009 (ΦΕΚ 1487, τεύχος Β), βάσει της οποίας γινόταν ο υπολογισμός των δικαιωμάτων μας, εκτός από τις δύο ανωτέρω δικαιοπραξίες, εξαιρούντο και οι εκθέσεις απογραφής, για τη σύνταξη των οποίων ο συμβολαιογράφος δεν μπορούσε να εισπράξει αναλογική αμοιβή μικρότερη των οκτώ (8,00) ευρώ και ανώτερη των πενήντα (50,00) ευρώ.
Από 21/1/2012 τα αναλογικά δικαιώματα στην περίπτωση σύνταξης εκθέσεων απογραφής υπολογίζονται σύμφωνα με τα κλιμάκια του άρθρου 1, επί του ποσού του ενεργητικού της περιουσίας, η οποία απογράφεται (δηλαδή αυτού απομένει μετά την αφαίρεση των αποδεδειγμένων χρεών).

Τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη των λοιπών πράξεων (παγίων), τόσο ως προς τα φύλλα αυτών, όσο και ως προς τα αντίγραφα, εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση τα οριζόμενα στην Κ.Υ.Α. 100692/2009 (ΦΕΚ 1487, τεύχος Β), δηλαδή πάγιο δικαίωμα πρώτου φύλλου ευρώ είκοσι (20), πάγιο δικαίωμα δευτέρων φύλλων ευρώ έξι (6) και πάγιο δικαίωμα ανά φύλλο αντιγράφου ευρώ πέντε (5).
Ευνόητο είναι ότι και για κάθε άλλη περίπτωση υπολογισμού δικαιωμάτων, πέραν των ρυθμιζόμενων ρητά με την, με αριθμό 111376/31-12-2011, Κ.Υ.Α., εξακολουθούν να ισχύουν τα οριζόμενα στην Κ.Υ.Α. 100692/2009 (ΦΕΚ 1487, τεύχος Β).