Καθορισμός εγγύησης στη σύμβαση πώλησης

Εκτύπωση άρθρου Εκτύπωση άρθρου 11 Φεβ , 2013   // Δημοσιεύθηκε στην   Ενημέρωση   

leftaΣτη συναλλακτική πρακτική των συμβάσεων πώλησης η παροχή εγγύησης εκ μέρους του πωλητή, σε σχέση με τα προϊόντα που διαθέτει προς τον αγοραστή τους, δεν αποτελεί νόμιμη υποχρέωσή του, αλλά προσφέρεται οικειοθελώς προς τον αντισυμβαλλόμενό του. Ο χαρακτήρας δηλαδή της παροχής εγγύησης στον καταναλωτή είναι καταρχήν εκούσιος, κάτι που αναγνωρίζει και η Οδηγία 1999/44/ΕΚ της 25ης Μαΐου 1999.

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο του εκούσιου χαρακτήρα της εμπορικής εγγύησης εντάσσεται και η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 εδάφιο α’ του νόμου 2251/1994, η οποία ορίζει ότι «όταν παρέχεται εγγύηση στον καταναλωτή, ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει αυτήν εγγράφως ή με άλλο τεχνικό μέσο αποτύπωσης που μπορεί να είναι διαθέσιμο και προσιτό στον καταναλωτή».

Εντούτοις, με την παράγραφο 4 εδάφιο β’ του ανωτέρω άρθρου εισάγεται εξαίρεση από τον οικειοθελή χαρακτήρα της παροχής εγγύησης στις περιπτώσεις πώλησης καινουργών προϊόντων με μακρά διάρκεια ζωής, δηλαδή σε σχέση με τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, οπότε και η παροχή γραπτής εγγύησης καθίσταται υποχρεωτική.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι όταν η πώληση αφορά καινούργιο καταναλωτικό προϊόν μακράς διάρκειας, η παροχή της εγγύησης εκ μέρους του πωλητή είναι υποχρεωτική, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση η εγγύηση παρέχεται οικειοθελώς από τον προμηθευτή. Για δε την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, στην έννοια του προμηθευτή εντάσσεται ο κατασκευαστής καταναλωτικού προϊόντος, ο εισαγωγέας του σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε πρόσωπο που παρουσιάζεται ως παραγωγός καταναλωτικού προϊόντος, θέτοντας επί αυτού το όνομά του, το σήμα του ή άλλο διακριτικό σημείο (άρθρο 5 παρ.1 του νόμου 2251/1994).

Εξάλλου, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Περαιτέρω, ως διαρκές νοείται το καταναλωτικό προϊόν που προορίζεται εκ της κατασκευής του να χρησιμοποιείται από τον αγοραστή επανειλημμένως και για μακρύ χρονικό διάστημα, εν αντιθέσει με το καταναλωτικό προϊόν υπό στενή έννοια, το οποίο είναι προορισμένο για μία εφάπαξ ή έστω για σύντομο χρόνο ή για λίγες φορές χρήση.

Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται υποχρέωση για παροχή εγγύησης αφενός στην περίπτωση που το αντικείμενο της σύμβασης είναι η παροχή υπηρεσιών και αφετέρου στην πώληση μεταχειρισμένων καταναλωτικών προϊόντων και καταναλωτικών προϊόντων που δεν είναι μακράς διαρκείας. Αντιθέτως, στην περίπτωση καινούργιου καταναλωτικού προϊόντος μακράς διαρκείας η παροχή εγγύησης είναι υποχρεωτική και αν τυχόν δεν χορηγηθεί θεωρείται ότι υφίσταται αναγκαστικώς, δηλαδή απευθείας από το Νόμο.

Η διάρκεια της εγγύησης πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 εδάφιο στ’ του νόμου 2251/1994, να είναι εύλογη σε σχέση με την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία πρόκειται για προϊόν τεχνολογίας αιχμής, η διάρκεια της εγγύησης απαιτείται να είναι εύλογη σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο το προϊόν αναμένεται ότι θα παραμείνει σύγχρονο από τεχνολογικής άποψης, εφόσον ο χρόνος αυτός είναι πιο σύντομος από την πιθανή διάρκεια ζωής του. Ωστόσο, η διάρκεια της εγγύησης δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει με το χρόνο ζωής του προϊόντος, δεδομένου, ότι αυτό που απαιτείται είναι απλώς η εύλογη σχέση της με αυτόν.

Ενδιαφέρον πρακτικό ζήτημα εξάλλου αποτελεί η αναγκαιότητα ή μη ειδικής πρόβλεψης της διάρκειας της εγγύησης κατά την υπογραφή της σύμβασης πώλησης των προϊόντων. Το άρθρο 5 παρ. 4 εδάφιο α’ του νόμου 2251/1994 ορίζει, ότι όταν παρέχεται εγγύηση στον καταναλωτή, ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει αυτήν εγγράφως ή με άλλο τεχνικό μέσο αποτύπωσης που μπορεί να είναι διαθέσιμο και προσιτό στον καταναλωτή. Η πρόβλεψη αυτή υποβάλλει μεν υποχρεωτικά τη δήλωση εγγύησης στον έγγραφο τύπο, ωστόσο δεν αξιώνει αυτή να φέρει την ιδιόγραφη υπογραφή του εκδότη της. Επομένως, η εγγύηση είναι έγκυρη και δεσμευτική, ακόμη και εάν είναι ανυπόγραφη ή φέρει απλώς μηχανική υπογραφή και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να αποτελεί ρητό όρο της σύμβασης πώλησης.

Ως τεχνικό μέσο, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοείται κάθε μέσο που επιτρέπει την αναπαραγωγή της δήλωσης εγγύησης σε μορφή αναγνώσιμη για ικανό, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, χρονικό διάστημα, όπως τηλετύπημα (fax), δισκέττα, σύμπηκτος δίσκος (cd-rom) και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail), αρκούσης μάλιστα της καταχώρησής της στην ιστοσελίδα του προμηθευτή, εφόσον εξασφαλίζεται ότι το κείμενο της μπορεί πραγματικά να αποθηκευθεί σε κάποιο διαρκές υπόστρωμα του καταναλωτή.

Τα ανωτέρω εντούτοις ισχύουν, εφόσον ως εφαρμοστέο δίκαιο της υπό σύναψη σύμβασης πώλησης καθορίζεται το Ελληνικό, καθόσον η υπ’ αριθ. 1999/44/ΕΚ Οδηγία της 25ης Μαΐου 1999, περί εκούσιας παροχής εγγυήσεων, επιβάλλει απλά ένα ελάχιστο όριο προστασίας για τον καταναλωτή και επιφυλάσσει στα κράτη – μέλη το δικαίωμα να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις, στον τομέα των ρυθμίσεων που η ίδια καλύπτει.

Το εφαρμοστέο δίκαιο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές καθορίζεται με κοινή συμφωνία των μερών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του νόμου 1792/1988. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή όταν δεν έχει επιλεγεί εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα, και ειδικότερα αυτής όπου ο συμβαλλόμενος που οφείλει να εκπληρώσει τη λεγόμενη «χαρακτηριστική παροχή» έχει, κατά το χρόνο σύναψής της σύμβασης, τη συνήθη διαμονή του ή, εάν πρόκειται για εταιρεία, την κεντρική διοίκησή του. Κατά συνέπεια στη σύμβαση πώλησης, όπου το μέρος που οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή, δηλαδή την παράδοση των εμπορευμάτων, είναι ο πωλητής, η διάρκεια της εγγύησης, σε περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς εφαρμοστέο δίκαιο, διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της χώρας του πωλητή.