Δικαίωμα διατροφής ανήλικου τέκνου

Εκτύπωση άρθρου Εκτύπωση άρθρου 11 Φεβ , 2013   // Δημοσιεύθηκε στην   Ενημέρωση   

diatrofiΗ υποχρέωση διατροφής αποτελεί άρρηκτη συνέπεια της οικογενειακής συμβίωσης, για τον λόγο αυτό άλλωστε το άρθρο 1485 του Αστικού Κώδικα την καθορίζει στα πλαίσια της αμοιβαιότητας μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Εντούτοις, η οριοθέτηση του δικαιώματος διατροφής, από το άρθρο 1486 ΑΚ, μόνο σε όποιον «δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του», συνεπάγεται ότι ουσιαστικά η υποχρέωση διατροφής βαρύνει τους γονείς έναντι των τέκνων τους, πολύ περισσότερο ενόσω αυτά δεν έχουν ακόμα ενηλικιωθεί.

Στα πλαίσια αυτά οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωσή τους, οπότε βρίσκονται σε διάσταση, είτε ο μεταξύ τους γάμος έχει λυθεί οριστικά με την έκδοση διαζυγίου, έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους. Το μέτρο αυτής της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου τέκνου και περιλαμβάνει τα έξοδα που είναι αναγκαία για την εν γένει συντήρησή του.

Συνεπώς το ανήλικο τέκνο δικαιούται διατροφής από τους γονείς του με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή), η οποία συνίσταται στην παροχή όλων των απαραιτήτων μέσων για τη συντήρησή του (τροφή, στέγαση, ενδυμασία, ψυχαγωγία και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο για τη διαβίωσή του), αλλά και των δαπανών που απαιτούνται για την ανατροφή και την επαγγελματική και εν γένει εκπαίδευσή του.

Το ύψος της οφειλόμενης διατροφής δηλαδή οριοθετείται καταρχήν από τις συνθήκες ζωής του δικαιούχου, δηλαδή από το επίπεδο διαβίωσης που προσήκει στο τέκνο ανάλογα με την ηλικία, την υγεία, τις ικανότητες ή κλίσεις του, την εκπαίδευσή του και άλλα παρόμοιας φύσης κριτήρια, σε αντίθεση με τον παλαιό προσδιοριστικό όρο «της κοινωνικής του θέσεως» που στηριζόταν σε παρωχημένα κριτήρια αξιολόγησης.

Μάλιστα, κατά το άρθρο 1486 παρ. 2 ΑΚ, η ύπαρξη τυχόν απρόσοδης περιουσίας ή η πρόωρη έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας του τέκνου δεν του αποστερεί καταρχήν το δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν επαρκούν για τη διατροφή του, πράγμα που αποτελεί τον κανόνα, καθώς με δεδομένο τον περιορισμένο χρονικό άσκησης του επαγγέλματος και τη χαμηλή αμοιβή που μπορεί να αξιωθεί σε αυτή την ηλικία, το τέκνο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να καλύψει τις ανάγκες της εν γένει συντήρησής του από την εργασία του. Ειδικότερα δε σε σχέση με την περιουσία του ανηλίκου τέκνου, αυτή μπορεί να προέρχεται από κληρονομία ή δωρεά ή κέρδος λαχείου, οπότε η κατάφαση του δικαιώματος διατροφής εξαρτάται από το μέγεθος της περιουσίας αυτής σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των υπόχρεων προς διατροφή γονέων.

Αυτό ακριβώς είναι το δεύτερο κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους της ανάλογης διατροφής που θέτει το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ. Η υποχρέωση δηλαδή καθενός από τους γονείς για συνεισφορά στη διατροφή του τέκνου είναι ανάλογη με τις δυνατότητες που αυτός έχει, όπως απορρέουν από την προσωπική εργασία του, τα εισοδήματά του και την περιουσία του.

Υπό το πρίσμα αυτό, και ενόψει και της διάταξης του άρθρου 1487 εδάφιο α’ ΑΚ, που ορίζει ότι «δεν έχει υποχρέωση διατροφής εκείνος που, ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεών του, δεν είναι σε θέση να τη δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή», τίθεται το ερώτημα ποιος καθίσταται υπόχρεος για την κάλυψη της διατροφής του ανήλικου τέκνου, όταν το ίδιο δεν έχει περιουσία, το προϊόν της εργασίας του είναι ανεπαρκές και οι γονείς του αδυνατούν λόγω απορίας να του παράσχουν την οφειλόμενη διατροφή.

Στην περίπτωση αυτή το τέκνο θα αναζητήσει τα αναγκαία για την κάλυψη των άμεσων βιοτικών του αναγκών στρεφόμενο προς τους απώτερους ανιόντες του (παππούδες και γιαγιάδες του) ή και προς τα αδέλφια του (1504 ΑΚ), εντούτοις αν ούτε τότε καταστεί δυνατό να εξεύρει τα απαραίτητα μέσα για τη διατροφή του, ο νόμος, διευρύνοντας το πεδίο προστασίας των συμφερόντων του ανηλίκου, καθιερώνει, με την παράγραφο β’ του άρθρου 1487 ΑΚ, εξαίρεση από τον κανόνα της προηγούμενης παραγράφου, υποχρεώνοντας τον άπορο γονέα να μοιραστεί με το τέκνο του ό, τι διαθέτει. Μάλιστα η νομολογία, κινούμενη προς την ίδια κατεύθυνση, είναι εξαιρετικά αυστηρή έναντι τυχόν ισχυρισμών αδυναμίας του υπόχρεου, συνήθως άρρενος, γονέα να παράσχει στο ανήλικο τέκνο του την οφειλόμενη διατροφή, υποχρεώνοντάς τον να πράξει κάθε τι δυνατόν, προκειμένου να αυξήσει τους πόρους του μέσα από την εργασία του.

Η υποχρέωση προς διατροφή του ανηλίκου τέκνου είναι κοινή και για τους δύο γονείς, καθοριζόμενη βέβαια πάντα από τις πραγματικές οικονομικές τους δυνατότητες. Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής διάρρηξης της έγγαμης συμβίωσης, ο γονέας που έχει την επιμέλεια του τέκνου μπορεί να συνυπολογίσει κάθε τι που συνδέεται με την, εξαιτίας αυτής, πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και άλλες παροχές σε είδος, οι οποίες απορρέουν από τη συνοίκηση, η οποία κατά κανόνα συνοδεύει την επιμέλεια.

Η αγωγή διατροφής μπορεί να ασκηθεί από το τέκνο κατά αμφότερων ή κατά ενός μόνο εκ των γονέων του, και επιπλέον από τον γονέα που έχει αναλάβει την επιμέλειά του (κατά κανόνα τη μητέρα του). Για το ορισμένο της αγωγής δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται χρηματικά κάθε επιμέρους ανάγκη του τέκνου, καθώς αρκεί να αναφέρεται το συνολικό ποσό της αιτούμενης διατροφής.

Σε περίπτωση που το τέκνο στραφεί δικαστικώς μόνο κατά του ενός γονέα, ο εναγόμενος δικαιούται, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1489 παρ. 2, να επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την ύπαρξη και του έτερου γονέα και την οικονομική δυνατότητα του τελευταίου να καλύψει μέρος από την ανάλογη διατροφή του τέκνου. Συνεπώς, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ένστασης αυτής, η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου περιορίζεται κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάσει αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του έτερου γονέα.